κατηγορείτωσαν
<< κατηγορεῖτε
κατηγορείτωσαν

κατηγορείτωσαν (katēgoreitōsan) — 1 Occurrence

Acts 25:5 V-PMA-3P
BIB: ἀνδρὶ ἄτοπον κατηγορείτωσαν αὐτοῦ
NAS: the man, let them prosecute him.
KJV: go down with [me], and accuse this
INT: man wrong let them accuse him


Strong's Greek 2723
23 Occurrences


κατηγορήσω — 1 Occ.
κατηγορήσωσιν — 2 Occ.
κατηγορεῖν — 6 Occ.
κατηγορεῖσθαι — 1 Occ.
κατηγορεῖται — 1 Occ.
κατηγορεῖτε — 1 Occ.
κατηγορείτωσαν — 1 Occ.
κατηγορῶν — 2 Occ.
κατηγοροῦμεν — 1 Occ.
κατηγορούμενος — 1 Occ.
κατηγόρουν — 1 Occ.
κατηγοροῦντες — 1 Occ.
κατηγορούντων — 1 Occ.
κατηγοροῦσιν — 3 Occ.

κατέχουσιν — 1 Occ.
κατειχετο — 1 Occ.
κατειχόμεθα — 1 Occ.
κατεῖχον — 2 Occ.
κατηγορήσω — 1 Occ.
κατηγορήσωσιν — 2 Occ.
κατηγορεῖν — 6 Occ.
κατηγορεῖσθαι — 1 Occ.
κατηγορεῖται — 1 Occ.
κατηγορεῖτε — 1 Occ.
κατηγορῶν — 2 Occ.
κατηγοροῦμεν — 1 Occ.
κατηγορούμενος — 1 Occ.
κατηγόρουν — 1 Occ.
κατηγοροῦντες — 1 Occ.
κατηγορούντων — 1 Occ.
κατηγοροῦσιν — 3 Occ.
κατηγορίᾳ — 1 Occ.
κατηγορίαν — 2 Occ.
κατήγωρ — 1 Occ.


<< κατηγορεῖτε
κατηγορείτωσαν

Englishman's Greek Concordance