κατηγορήσω
<< κατεῖχον
κατηγορήσω

κατηγορήσω (katēgorēsō) — 1 Occurrence

John 5:45 V-FIA-1S
BIB: ὅτι ἐγὼ κατηγορήσω ὑμῶν πρὸς
NAS: Do not think that I will accuse you before
KJV: that I will accuse you to
INT: that I will accuse you to


Strong's Greek 2723
23 Occurrences


κατηγορήσω — 1 Occ.
κατηγορήσωσιν — 2 Occ.
κατηγορεῖν — 6 Occ.
κατηγορεῖσθαι — 1 Occ.
κατηγορεῖται — 1 Occ.
κατηγορεῖτε — 1 Occ.
κατηγορείτωσαν — 1 Occ.
κατηγορῶν — 2 Occ.
κατηγοροῦμεν — 1 Occ.
κατηγορούμενος — 1 Occ.
κατηγόρουν — 1 Occ.
κατηγοροῦντες — 1 Occ.
κατηγορούντων — 1 Occ.
κατηγοροῦσιν — 3 Occ.

κατέχετε — 3 Occ.
κατέχωμεν — 1 Occ.
κατέχων — 1 Occ.
κατέχον — 1 Occ.
κατέχοντες — 2 Occ.
κατεχόντων — 1 Occ.
κατέχουσιν — 1 Occ.
κατειχετο — 1 Occ.
κατειχόμεθα — 1 Occ.
κατεῖχον — 2 Occ.
κατηγορήσωσιν — 2 Occ.
κατηγορεῖν — 6 Occ.
κατηγορεῖσθαι — 1 Occ.
κατηγορεῖται — 1 Occ.
κατηγορεῖτε — 1 Occ.
κατηγορείτωσαν — 1 Occ.
κατηγορῶν — 2 Occ.
κατηγοροῦμεν — 1 Occ.
κατηγορούμενος — 1 Occ.
κατηγόρουν — 1 Occ.


<< κατεῖχον
κατηγορήσω

Englishman's Greek Concordance