κατηγορεῖσθαι
<< κατηγορεῖν
κατηγορεῖσθαι

κατηγορεῖσθαι (katēgoreisthai) — 1 Occurrence

Matthew 27:12 V-PNM/P
BIB: ἐν τῷ κατηγορεῖσθαι αὐτὸν ὑπὸ
NAS: And while He was being accused by the chief priests
KJV: he was accused of
INT: in the [time when] was accused he by


Strong's Greek 2723
23 Occurrences


κατηγορήσω — 1 Occ.
κατηγορήσωσιν — 2 Occ.
κατηγορεῖν — 6 Occ.
κατηγορεῖσθαι — 1 Occ.
κατηγορεῖται — 1 Occ.
κατηγορεῖτε — 1 Occ.
κατηγορείτωσαν — 1 Occ.
κατηγορῶν — 2 Occ.
κατηγοροῦμεν — 1 Occ.
κατηγορούμενος — 1 Occ.
κατηγόρουν — 1 Occ.
κατηγοροῦντες — 1 Occ.
κατηγορούντων — 1 Occ.
κατηγοροῦσιν — 3 Occ.

κατέχον — 1 Occ.
κατέχοντες — 2 Occ.
κατεχόντων — 1 Occ.
κατέχουσιν — 1 Occ.
κατειχετο — 1 Occ.
κατειχόμεθα — 1 Occ.
κατεῖχον — 2 Occ.
κατηγορήσω — 1 Occ.
κατηγορήσωσιν — 2 Occ.
κατηγορεῖν — 6 Occ.
κατηγορεῖται — 1 Occ.
κατηγορεῖτε — 1 Occ.
κατηγορείτωσαν — 1 Occ.
κατηγορῶν — 2 Occ.
κατηγοροῦμεν — 1 Occ.
κατηγορούμενος — 1 Occ.
κατηγόρουν — 1 Occ.
κατηγοροῦντες — 1 Occ.
κατηγορούντων — 1 Occ.
κατηγοροῦσιν — 3 Occ.


<< κατηγορεῖν
κατηγορεῖσθαι

Englishman's Greek Concordance