κατηγορήσωσιν
<< κατηγορήσω
κατηγορήσωσιν

κατηγορήσωσιν (katēgorēsōsin) — 2 Occurrences

Matthew 12:10 V-ASA-3P
BIB: θεραπεῦσαι ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ
NAS: so that they might accuse Him.
KJV: that they might accuse him.
INT: to heal that they might accuse him

Mark 3:2 V-ASA-3P
BIB: αὐτόν ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ
NAS: so that they might accuse Him.
KJV: that they might accuse him.
INT: him in order that they might accuse him


Strong's Greek 2723
23 Occurrences


κατηγορήσω — 1 Occ.
κατηγορήσωσιν — 2 Occ.
κατηγορεῖν — 6 Occ.
κατηγορεῖσθαι — 1 Occ.
κατηγορεῖται — 1 Occ.
κατηγορεῖτε — 1 Occ.
κατηγορείτωσαν — 1 Occ.
κατηγορῶν — 2 Occ.
κατηγοροῦμεν — 1 Occ.
κατηγορούμενος — 1 Occ.
κατηγόρουν — 1 Occ.
κατηγοροῦντες — 1 Occ.
κατηγορούντων — 1 Occ.
κατηγοροῦσιν — 3 Occ.

κατέχωμεν — 1 Occ.
κατέχων — 1 Occ.
κατέχον — 1 Occ.
κατέχοντες — 2 Occ.
κατεχόντων — 1 Occ.
κατέχουσιν — 1 Occ.
κατειχετο — 1 Occ.
κατειχόμεθα — 1 Occ.
κατεῖχον — 2 Occ.
κατηγορήσω — 1 Occ.
κατηγορεῖν — 6 Occ.
κατηγορεῖσθαι — 1 Occ.
κατηγορεῖται — 1 Occ.
κατηγορεῖτε — 1 Occ.
κατηγορείτωσαν — 1 Occ.
κατηγορῶν — 2 Occ.
κατηγοροῦμεν — 1 Occ.
κατηγορούμενος — 1 Occ.
κατηγόρουν — 1 Occ.
κατηγοροῦντες — 1 Occ.


<< κατηγορήσω
κατηγορήσωσιν

Englishman's Greek Concordance