κατήγωρ
<< κατηγορίαν
κατήγωρ

κατήγωρ (katēgōr) — 1 Occurrence

Revelation 12:10 N-NMS
BIB: ἐβλήθη ὁ κατήγωρ τῶν ἀδελφῶν
NAS: have come, for the accuser of our brethren
KJV: which accused them
INT: is thrown down the accuser of the brothers


Strong's Greek 2725
6 Occurrences


κατήγωρ — 1 Occ.
κατήγοροί — 2 Occ.
κατηγόροις — 1 Occ.
κατηγόρους — 2 Occ.

κατηγορείτωσαν — 1 Occ.
κατηγορῶν — 2 Occ.
κατηγοροῦμεν — 1 Occ.
κατηγορούμενος — 1 Occ.
κατηγόρουν — 1 Occ.
κατηγοροῦντες — 1 Occ.
κατηγορούντων — 1 Occ.
κατηγοροῦσιν — 3 Occ.
κατηγορίᾳ — 1 Occ.
κατηγορίαν — 2 Occ.
κατήγοροί — 2 Occ.
κατηγόροις — 1 Occ.
κατηγόρους — 2 Occ.
κατήφειαν — 1 Occ.
κατηχημένος — 1 Occ.
κατήχηνται — 1 Occ.
κατηχήσω — 1 Occ.
κατηχήθης — 1 Occ.
κατηχήθησαν — 1 Occ.
κατηχούμενος — 2 Occ.


<< κατηγορίαν
κατήγωρ

Englishman's Greek Concordance