κατηγόροις
<< κατήγοροί
κατηγόροις

κατηγόροις (katēgorois) — 1 Occurrence

Acts 23:30 N-DMP
BIB: καὶ τοῖς κατηγόροις λέγειν τὰ
NAS: instructing his accusers to bring charges
KJV: and gave commandment to his accusers also
INT: also the accusers to say these things


Strong's Greek 2725
6 Occurrences


κατήγωρ — 1 Occ.
κατήγοροί — 2 Occ.
κατηγόροις — 1 Occ.
κατηγόρους — 2 Occ.

κατηγοροῦμεν — 1 Occ.
κατηγορούμενος — 1 Occ.
κατηγόρουν — 1 Occ.
κατηγοροῦντες — 1 Occ.
κατηγορούντων — 1 Occ.
κατηγοροῦσιν — 3 Occ.
κατηγορίᾳ — 1 Occ.
κατηγορίαν — 2 Occ.
κατήγωρ — 1 Occ.
κατήγοροί — 2 Occ.
κατηγόρους — 2 Occ.
κατήφειαν — 1 Occ.
κατηχημένος — 1 Occ.
κατήχηνται — 1 Occ.
κατηχήσω — 1 Occ.
κατηχήθης — 1 Occ.
κατηχήθησαν — 1 Occ.
κατηχούμενος — 2 Occ.
κατηχοῦντι — 1 Occ.
κατίωται — 1 Occ.


<< κατήγοροί
κατηγόροις

Englishman's Greek Concordance