κατήφειαν
<< κατηγόρους
κατήφειαν

κατήφειαν (katēpheian) — 1 Occurrence

James 4:9 N-AFS
BIB: χαρὰ εἰς κατήφειαν
NAS: into mourning and your joy to gloom.
KJV: [your] joy to heaviness.
INT: joy to gloom


Strong's Greek 2726
1 Occurrence


κατήφειαν — 1 Occ.

κατηγόρουν — 1 Occ.
κατηγοροῦντες — 1 Occ.
κατηγορούντων — 1 Occ.
κατηγοροῦσιν — 3 Occ.
κατηγορίᾳ — 1 Occ.
κατηγορίαν — 2 Occ.
κατήγωρ — 1 Occ.
κατήγοροί — 2 Occ.
κατηγόροις — 1 Occ.
κατηγόρους — 2 Occ.
κατηχημένος — 1 Occ.
κατήχηνται — 1 Occ.
κατηχήσω — 1 Occ.
κατηχήθης — 1 Occ.
κατηχήθησαν — 1 Occ.
κατηχούμενος — 2 Occ.
κατηχοῦντι — 1 Occ.
κατίωται — 1 Occ.
κατίσχυον — 1 Occ.
κατισχύσητε — 1 Occ.


<< κατηγόρους
κατήφειαν

Englishman's Greek Concordance