συμπαραλαμβάνειν
<< συμπαραλαβόντες
συμπαραλαμβάνειν

συμπαραλαμβάνειν (symparalambanein) — 1 Occurrence

Acts 15:38 V-PNA
BIB: ἔργον μὴ συμπαραλαμβάνειν τοῦτον
NAS: kept insisting that they should not take him along who had deserted
KJV: to take him with them, who departed
INT: work not to take with [them] him


Strong's Greek 4838
4 Occurrences


συμπαραλαβεῖν — 1 Occ.
συμπαραλαβὼν — 1 Occ.
συμπαραλαβόντες — 1 Occ.
συμπαραλαμβάνειν — 1 Occ.

συμμόρφους — 1 Occ.
συμμορφιζόμενος — 1 Occ.
συμπαθῆσαι — 1 Occ.
συνεπαθήσατε — 1 Occ.
συμπαθεῖς — 1 Occ.
συμπαραγενόμενοι — 1 Occ.
συμπαρακληθῆναι — 1 Occ.
συμπαραλαβεῖν — 1 Occ.
συμπαραλαβὼν — 1 Occ.
συμπαραλαβόντες — 1 Occ.
συμπαρόντες — 1 Occ.
συμπάσχει — 1 Occ.
συμπάσχομεν — 1 Occ.
συνεπέμψαμεν — 2 Occ.
συμπεριλαβὼν — 1 Occ.
συνεπίομεν — 1 Occ.
συμπληροῦσθαι — 2 Occ.
συνεπληροῦντο — 1 Occ.
συμπνίγει — 1 Occ.
συμπνίγονται — 1 Occ.


<< συμπαραλαβόντες
συμπαραλαμβάνειν

Englishman's Greek Concordance