συμπαραλαβὼν
<< συμπαραλαβεῖν
συμπαραλαβὼν

συμπαραλαβὼν (symparalabōn) — 1 Occurrence

Galatians 2:1 V-APA-NMS
BIB: μετὰ Βαρνάβα συμπαραλαβὼν καὶ Τίτον
NAS: with Barnabas, taking Titus
KJV: and took Titus with [me] also.
INT: with Barnabas having taken with [me] also Titus


Strong's Greek 4838
4 Occurrences


συμπαραλαβεῖν — 1 Occ.
συμπαραλαβὼν — 1 Occ.
συμπαραλαβόντες — 1 Occ.
συμπαραλαμβάνειν — 1 Occ.

συμμιμηταί — 1 Occ.
σύμμορφον — 1 Occ.
συμμόρφους — 1 Occ.
συμμορφιζόμενος — 1 Occ.
συμπαθῆσαι — 1 Occ.
συνεπαθήσατε — 1 Occ.
συμπαθεῖς — 1 Occ.
συμπαραγενόμενοι — 1 Occ.
συμπαρακληθῆναι — 1 Occ.
συμπαραλαβεῖν — 1 Occ.
συμπαραλαβόντες — 1 Occ.
συμπαραλαμβάνειν — 1 Occ.
συμπαρόντες — 1 Occ.
συμπάσχει — 1 Occ.
συμπάσχομεν — 1 Occ.
συνεπέμψαμεν — 2 Occ.
συμπεριλαβὼν — 1 Occ.
συνεπίομεν — 1 Occ.
συμπληροῦσθαι — 2 Occ.
συνεπληροῦντο — 1 Occ.


<< συμπαραλαβεῖν
συμπαραλαβὼν

Englishman's Greek Concordance