συνεπληροῦντο
<< συμπληροῦσθαι
συνεπληροῦντο

συνεπληροῦντο (syneplērounto) — 1 Occurrence

Luke 8:23 V-IIM/P-3P
BIB: λίμνην καὶ συνεπληροῦντο καὶ ἐκινδύνευον
NAS: on the lake, and they [began] to be swamped and to be in danger.
KJV: and they were filled [with water], and
INT: lake and they were being swamped and were in danger


Strong's Greek 4845
3 Occurrences


συμπληροῦσθαι — 2 Occ.
συνεπληροῦντο — 1 Occ.

συμπαραλαβὼν — 1 Occ.
συμπαραλαβόντες — 1 Occ.
συμπαραλαμβάνειν — 1 Occ.
συμπαρόντες — 1 Occ.
συμπάσχει — 1 Occ.
συμπάσχομεν — 1 Occ.
συνεπέμψαμεν — 2 Occ.
συμπεριλαβὼν — 1 Occ.
συνεπίομεν — 1 Occ.
συμπληροῦσθαι — 2 Occ.
συμπνίγει — 1 Occ.
συμπνίγονται — 1 Occ.
συμπνίγουσιν — 1 Occ.
συνέπνιγον — 1 Occ.
συνέπνιξαν — 1 Occ.
συμπολῖται — 1 Occ.
συμπορεύονται — 1 Occ.
συνεπορεύετο — 1 Occ.
συνεπορεύοντο — 2 Occ.
συμπόσια — 2 Occ.


<< συμπληροῦσθαι
συνεπληροῦντο

Englishman's Greek Concordance