συμπολῖται
<< συνέπνιξαν
συμπολῖται

συμπολῖται (sympolitai) — 1 Occurrence

Ephesians 2:19 N-NMP
BIB: ἀλλὰ ἐστὲ συμπολῖται τῶν ἁγίων
NAS: and aliens, but you are fellow citizens with the saints,
KJV: but fellowcitizens with the saints,
INT: but are fellow-citizens of the saints


Strong's Greek 4847
1 Occurrence


συμπολῖται — 1 Occ.

συνεπέμψαμεν — 2 Occ.
συμπεριλαβὼν — 1 Occ.
συνεπίομεν — 1 Occ.
συμπληροῦσθαι — 2 Occ.
συνεπληροῦντο — 1 Occ.
συμπνίγει — 1 Occ.
συμπνίγονται — 1 Occ.
συμπνίγουσιν — 1 Occ.
συνέπνιγον — 1 Occ.
συνέπνιξαν — 1 Occ.
συμπορεύονται — 1 Occ.
συνεπορεύετο — 1 Occ.
συνεπορεύοντο — 2 Occ.
συμπόσια — 2 Occ.
συμπρεσβύτερος — 1 Occ.
συμφέρει — 10 Occ.
συμφέρον — 3 Occ.
συμφερόντων — 1 Occ.
σύμφορον — 2 Occ.
συνενέγκαντες — 1 Occ.


<< συνέπνιξαν
συμπολῖται

Englishman's Greek Concordance