συμπορεύονται
<< συμπολῖται
συμπορεύονται

συμπορεύονται (symporeuontai) — 1 Occurrence

Mark 10:1 V-PIM/P-3P
BIB: Ἰορδάνου καὶ συμπορεύονται πάλιν ὄχλοι
NAS: crowds gathered around
KJV: and the people resort unto him
INT: Jordan And come together again crowds


Strong's Greek 4848
4 Occurrences


συμπορεύονται — 1 Occ.
συνεπορεύετο — 1 Occ.
συνεπορεύοντο — 2 Occ.

συμπεριλαβὼν — 1 Occ.
συνεπίομεν — 1 Occ.
συμπληροῦσθαι — 2 Occ.
συνεπληροῦντο — 1 Occ.
συμπνίγει — 1 Occ.
συμπνίγονται — 1 Occ.
συμπνίγουσιν — 1 Occ.
συνέπνιγον — 1 Occ.
συνέπνιξαν — 1 Occ.
συμπολῖται — 1 Occ.
συνεπορεύετο — 1 Occ.
συνεπορεύοντο — 2 Occ.
συμπόσια — 2 Occ.
συμπρεσβύτερος — 1 Occ.
συμφέρει — 10 Occ.
συμφέρον — 3 Occ.
συμφερόντων — 1 Occ.
σύμφορον — 2 Occ.
συνενέγκαντες — 1 Occ.
σύμφημι — 1 Occ.


<< συμπολῖται
συμπορεύονται

Englishman's Greek Concordance