συμπληροῦσθαι
<< συνεπίομεν
συμπληροῦσθαι

συμπληροῦσθαι (symplērousthai) — 2 Occurrences

Luke 9:51 V-PNM/P
BIB: ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὰς ἡμέρας
NAS: the days were approaching for His ascension,
KJV: the time was come that he
INT: in the to be fulfilled the days

Acts 2:1 V-PNM/P
BIB: ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν
NAS: of Pentecost had come, they were all
KJV: of Pentecost was fully come, they were
INT: during the ariving of the day


Strong's Greek 4845
3 Occurrences


συμπληροῦσθαι — 2 Occ.
συνεπληροῦντο — 1 Occ.

συμπαραλαβεῖν — 1 Occ.
συμπαραλαβὼν — 1 Occ.
συμπαραλαβόντες — 1 Occ.
συμπαραλαμβάνειν — 1 Occ.
συμπαρόντες — 1 Occ.
συμπάσχει — 1 Occ.
συμπάσχομεν — 1 Occ.
συνεπέμψαμεν — 2 Occ.
συμπεριλαβὼν — 1 Occ.
συνεπίομεν — 1 Occ.
συνεπληροῦντο — 1 Occ.
συμπνίγει — 1 Occ.
συμπνίγονται — 1 Occ.
συμπνίγουσιν — 1 Occ.
συνέπνιγον — 1 Occ.
συνέπνιξαν — 1 Occ.
συμπολῖται — 1 Occ.
συμπορεύονται — 1 Occ.
συνεπορεύετο — 1 Occ.
συνεπορεύοντο — 2 Occ.


<< συνεπίομεν
συμπληροῦσθαι

Englishman's Greek Concordance