συμπνίγει
<< συνεπληροῦντο
συμπνίγει

συμπνίγει (sympnigei) — 1 Occurrence

Matthew 13:22 V-PIA-3S
BIB: τοῦ πλούτου συμπνίγει τὸν λόγον
NAS: of wealth choke the word,
KJV: of riches, choke the word,
INT: of riches choke the word


Strong's Greek 4846
5 Occurrences


συμπνίγει — 1 Occ.
συμπνίγονται — 1 Occ.
συμπνίγουσιν — 1 Occ.
συνέπνιγον — 1 Occ.
συνέπνιξαν — 1 Occ.

συμπαραλαβόντες — 1 Occ.
συμπαραλαμβάνειν — 1 Occ.
συμπαρόντες — 1 Occ.
συμπάσχει — 1 Occ.
συμπάσχομεν — 1 Occ.
συνεπέμψαμεν — 2 Occ.
συμπεριλαβὼν — 1 Occ.
συνεπίομεν — 1 Occ.
συμπληροῦσθαι — 2 Occ.
συνεπληροῦντο — 1 Occ.
συμπνίγονται — 1 Occ.
συμπνίγουσιν — 1 Occ.
συνέπνιγον — 1 Occ.
συνέπνιξαν — 1 Occ.
συμπολῖται — 1 Occ.
συμπορεύονται — 1 Occ.
συνεπορεύετο — 1 Occ.
συνεπορεύοντο — 2 Occ.
συμπόσια — 2 Occ.
συμπρεσβύτερος — 1 Occ.


<< συνεπληροῦντο
συμπνίγει

Englishman's Greek Concordance