συμπνίγουσιν
<< συμπνίγονται
συμπνίγουσιν

συμπνίγουσιν (sympnigousin) — 1 Occurrence

Mark 4:19 V-PIA-3P
BIB: ἐπιθυμίαι εἰσπορευόμεναι συμπνίγουσιν τὸν λόγον
NAS: enter in and choke the word,
KJV: entering in, choke the word,
INT: desires entering in choke the word


Strong's Greek 4846
5 Occurrences


συμπνίγει — 1 Occ.
συμπνίγονται — 1 Occ.
συμπνίγουσιν — 1 Occ.
συνέπνιγον — 1 Occ.
συνέπνιξαν — 1 Occ.

συμπαρόντες — 1 Occ.
συμπάσχει — 1 Occ.
συμπάσχομεν — 1 Occ.
συνεπέμψαμεν — 2 Occ.
συμπεριλαβὼν — 1 Occ.
συνεπίομεν — 1 Occ.
συμπληροῦσθαι — 2 Occ.
συνεπληροῦντο — 1 Occ.
συμπνίγει — 1 Occ.
συμπνίγονται — 1 Occ.
συνέπνιγον — 1 Occ.
συνέπνιξαν — 1 Occ.
συμπολῖται — 1 Occ.
συμπορεύονται — 1 Occ.
συνεπορεύετο — 1 Occ.
συνεπορεύοντο — 2 Occ.
συμπόσια — 2 Occ.
συμπρεσβύτερος — 1 Occ.
συμφέρει — 10 Occ.
συμφέρον — 3 Occ.


<< συμπνίγονται
συμπνίγουσιν

Englishman's Greek Concordance