συμπαραλαβόντες
<< συμπαραλαβὼν
συμπαραλαβόντες

συμπαραλαβόντες (symparalabontes) — 1 Occurrence

Acts 12:25 V-APA-NMP
BIB: τὴν διακονίαν συμπαραλαβόντες Ἰωάννην τὸν
NAS: their mission, taking along with [them] John,
KJV: and took with them John,
INT: the mission having taken with [them] John the [one]


Strong's Greek 4838
4 Occurrences


συμπαραλαβεῖν — 1 Occ.
συμπαραλαβὼν — 1 Occ.
συμπαραλαβόντες — 1 Occ.
συμπαραλαμβάνειν — 1 Occ.

σύμμορφον — 1 Occ.
συμμόρφους — 1 Occ.
συμμορφιζόμενος — 1 Occ.
συμπαθῆσαι — 1 Occ.
συνεπαθήσατε — 1 Occ.
συμπαθεῖς — 1 Occ.
συμπαραγενόμενοι — 1 Occ.
συμπαρακληθῆναι — 1 Occ.
συμπαραλαβεῖν — 1 Occ.
συμπαραλαβὼν — 1 Occ.
συμπαραλαμβάνειν — 1 Occ.
συμπαρόντες — 1 Occ.
συμπάσχει — 1 Occ.
συμπάσχομεν — 1 Occ.
συνεπέμψαμεν — 2 Occ.
συμπεριλαβὼν — 1 Occ.
συνεπίομεν — 1 Occ.
συμπληροῦσθαι — 2 Occ.
συνεπληροῦντο — 1 Occ.
συμπνίγει — 1 Occ.


<< συμπαραλαβὼν
συμπαραλαβόντες

Englishman's Greek Concordance