συμπαρακληθῆναι
<< συμπαραγενόμενοι
συμπαρακληθῆναι

συμπαρακληθῆναι (symparaklēthēnai) — 1 Occurrence

Romans 1:12 V-ANP
BIB: δέ ἐστιν συμπαρακληθῆναι ἐν ὑμῖν
NAS: that is, that I may be encouraged together with you [while] among
KJV: is, that I may be comforted together with
INT: moreover is to be comforted together among you


Strong's Greek 4837
1 Occurrence


συμπαρακληθῆναι — 1 Occ.

συμμέτοχα — 1 Occ.
συμμέτοχοι — 1 Occ.
συμμιμηταί — 1 Occ.
σύμμορφον — 1 Occ.
συμμόρφους — 1 Occ.
συμμορφιζόμενος — 1 Occ.
συμπαθῆσαι — 1 Occ.
συνεπαθήσατε — 1 Occ.
συμπαθεῖς — 1 Occ.
συμπαραγενόμενοι — 1 Occ.
συμπαραλαβεῖν — 1 Occ.
συμπαραλαβὼν — 1 Occ.
συμπαραλαβόντες — 1 Occ.
συμπαραλαμβάνειν — 1 Occ.
συμπαρόντες — 1 Occ.
συμπάσχει — 1 Occ.
συμπάσχομεν — 1 Occ.
συνεπέμψαμεν — 2 Occ.
συμπεριλαβὼν — 1 Occ.
συνεπίομεν — 1 Occ.


<< συμπαραγενόμενοι
συμπαρακληθῆναι

Englishman's Greek Concordance