συμπαθῆσαι
<< συμμορφιζόμενος
συμπαθῆσαι

συμπαθῆσαι (sympathēsai) — 1 Occurrence

Hebrews 4:15 V-ANA
BIB: μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις
NAS: cannot sympathize with our weaknesses,
KJV: which cannot be touched with the feeling of our
INT: not able to sympathize with the weaknesses


Strong's Greek 4834
2 Occurrences


συμπαθῆσαι — 1 Occ.
συνεπαθήσατε — 1 Occ.

συμμαθηταῖς — 1 Occ.
συμμαρτυρεῖ — 1 Occ.
συμμαρτυρούσης — 2 Occ.
συμμερίζονται — 1 Occ.
συμμέτοχα — 1 Occ.
συμμέτοχοι — 1 Occ.
συμμιμηταί — 1 Occ.
σύμμορφον — 1 Occ.
συμμόρφους — 1 Occ.
συμμορφιζόμενος — 1 Occ.
συνεπαθήσατε — 1 Occ.
συμπαθεῖς — 1 Occ.
συμπαραγενόμενοι — 1 Occ.
συμπαρακληθῆναι — 1 Occ.
συμπαραλαβεῖν — 1 Occ.
συμπαραλαβὼν — 1 Occ.
συμπαραλαβόντες — 1 Occ.
συμπαραλαμβάνειν — 1 Occ.
συμπαρόντες — 1 Occ.
συμπάσχει — 1 Occ.


<< συμμορφιζόμενος
συμπαθῆσαι

Englishman's Greek Concordance