συμμέτοχα
<< συμμερίζονται
συμμέτοχα

συμμέτοχα (symmetocha) — 1 Occurrence

Ephesians 3:6 Adj-ANP
BIB: σύσσωμα καὶ συμμέτοχα τῆς ἐπαγγελίας
NAS: and fellow members of the body, and fellow partakers of the promise
KJV: and partakers of his
INT: a joint-body and joint-partakers of the promise


Strong's Greek 4830
2 Occurrences


συμμέτοχα — 1 Occ.
συμμέτοχοι — 1 Occ.

συμβουλεύσας — 1 Occ.
συνεβουλεύσαντο — 2 Occ.
συμβούλιον — 7 Occ.
συμβουλίου — 1 Occ.
σύμβουλος — 1 Occ.
Συμεών — 7 Occ.
συμμαθηταῖς — 1 Occ.
συμμαρτυρεῖ — 1 Occ.
συμμαρτυρούσης — 2 Occ.
συμμερίζονται — 1 Occ.
συμμέτοχοι — 1 Occ.
συμμιμηταί — 1 Occ.
σύμμορφον — 1 Occ.
συμμόρφους — 1 Occ.
συμμορφιζόμενος — 1 Occ.
συμπαθῆσαι — 1 Occ.
συνεπαθήσατε — 1 Occ.
συμπαθεῖς — 1 Occ.
συμπαραγενόμενοι — 1 Occ.
συμπαρακληθῆναι — 1 Occ.


<< συμμερίζονται
συμμέτοχα

Englishman's Greek Concordance