συμπαραγενόμενοι
<< συμπαθεῖς
συμπαραγενόμενοι

συμπαραγενόμενοι (symparagenomenoi) — 1 Occurrence

Luke 23:48 V-APM-NMP
BIB: πάντες οἱ συμπαραγενόμενοι ὄχλοι ἐπὶ
NAS: the crowds who came together for this
KJV: the people that came together to
INT: all the having come together crowds to


Strong's Greek 4836
1 Occurrence


συμπαραγενόμενοι — 1 Occ.

συμμερίζονται — 1 Occ.
συμμέτοχα — 1 Occ.
συμμέτοχοι — 1 Occ.
συμμιμηταί — 1 Occ.
σύμμορφον — 1 Occ.
συμμόρφους — 1 Occ.
συμμορφιζόμενος — 1 Occ.
συμπαθῆσαι — 1 Occ.
συνεπαθήσατε — 1 Occ.
συμπαθεῖς — 1 Occ.
συμπαρακληθῆναι — 1 Occ.
συμπαραλαβεῖν — 1 Occ.
συμπαραλαβὼν — 1 Occ.
συμπαραλαβόντες — 1 Occ.
συμπαραλαμβάνειν — 1 Occ.
συμπαρόντες — 1 Occ.
συμπάσχει — 1 Occ.
συμπάσχομεν — 1 Occ.
συνεπέμψαμεν — 2 Occ.
συμπεριλαβὼν — 1 Occ.


<< συμπαθεῖς
συμπαραγενόμενοι

Englishman's Greek Concordance