συμμόρφους
<< σύμμορφον
συμμόρφους

συμμόρφους (symmorphous) — 1 Occurrence

Romans 8:29 Adj-AMP
BIB: καὶ προώρισεν συμμόρφους τῆς εἰκόνος
NAS: predestined [to become] conformed to the image
KJV: did predestinate [to be] conformed to the image
INT: also he predestined [to be] conformed to the image


Strong's Greek 4832
2 Occurrences


σύμμορφον — 1 Occ.
συμμόρφους — 1 Occ.

σύμβουλος — 1 Occ.
Συμεών — 7 Occ.
συμμαθηταῖς — 1 Occ.
συμμαρτυρεῖ — 1 Occ.
συμμαρτυρούσης — 2 Occ.
συμμερίζονται — 1 Occ.
συμμέτοχα — 1 Occ.
συμμέτοχοι — 1 Occ.
συμμιμηταί — 1 Occ.
σύμμορφον — 1 Occ.
συμμορφιζόμενος — 1 Occ.
συμπαθῆσαι — 1 Occ.
συνεπαθήσατε — 1 Occ.
συμπαθεῖς — 1 Occ.
συμπαραγενόμενοι — 1 Occ.
συμπαρακληθῆναι — 1 Occ.
συμπαραλαβεῖν — 1 Occ.
συμπαραλαβὼν — 1 Occ.
συμπαραλαβόντες — 1 Occ.
συμπαραλαμβάνειν — 1 Occ.


<< σύμμορφον
συμμόρφους

Englishman's Greek Concordance