συμμορφιζόμενος
<< συμμόρφους
συμμορφιζόμενος

συμμορφιζόμενος (symmorphizomenos) — 1 Occurrence

Philippians 3:10 V-PPM/P-NMS
BIB: παθημάτων αὐτοῦ συμμορφιζόμενος τῷ θανάτῳ
KJV: sufferings, being made conformable unto his
INT: sufferings of him being conformed to the death


Strong's Greek 4833
1 Occurrence


συμμορφιζόμενος — 1 Occ.

Συμεών — 7 Occ.
συμμαθηταῖς — 1 Occ.
συμμαρτυρεῖ — 1 Occ.
συμμαρτυρούσης — 2 Occ.
συμμερίζονται — 1 Occ.
συμμέτοχα — 1 Occ.
συμμέτοχοι — 1 Occ.
συμμιμηταί — 1 Occ.
σύμμορφον — 1 Occ.
συμμόρφους — 1 Occ.
συμπαθῆσαι — 1 Occ.
συνεπαθήσατε — 1 Occ.
συμπαθεῖς — 1 Occ.
συμπαραγενόμενοι — 1 Occ.
συμπαρακληθῆναι — 1 Occ.
συμπαραλαβεῖν — 1 Occ.
συμπαραλαβὼν — 1 Occ.
συμπαραλαβόντες — 1 Occ.
συμπαραλαμβάνειν — 1 Occ.
συμπαρόντες — 1 Occ.


<< συμμόρφους
συμμορφιζόμενος

Englishman's Greek Concordance