συνεπαθήσατε
<< συμπαθῆσαι
συνεπαθήσατε

συνεπαθήσατε (synepathēsate) — 1 Occurrence

Hebrews 10:34 V-AIA-2P
BIB: τοῖς δεσμίοις συνεπαθήσατε καὶ τὴν
NAS: For you showed sympathy to the prisoners
KJV: For ye had compassion of me in my
INT: to the prisoners you sympathized and the


Strong's Greek 4834
2 Occurrences


συμπαθῆσαι — 1 Occ.
συνεπαθήσατε — 1 Occ.

συμμαρτυρεῖ — 1 Occ.
συμμαρτυρούσης — 2 Occ.
συμμερίζονται — 1 Occ.
συμμέτοχα — 1 Occ.
συμμέτοχοι — 1 Occ.
συμμιμηταί — 1 Occ.
σύμμορφον — 1 Occ.
συμμόρφους — 1 Occ.
συμμορφιζόμενος — 1 Occ.
συμπαθῆσαι — 1 Occ.
συμπαθεῖς — 1 Occ.
συμπαραγενόμενοι — 1 Occ.
συμπαρακληθῆναι — 1 Occ.
συμπαραλαβεῖν — 1 Occ.
συμπαραλαβὼν — 1 Occ.
συμπαραλαβόντες — 1 Occ.
συμπαραλαμβάνειν — 1 Occ.
συμπαρόντες — 1 Occ.
συμπάσχει — 1 Occ.
συμπάσχομεν — 1 Occ.


<< συμπαθῆσαι
συνεπαθήσατε

Englishman's Greek Concordance