συνενέγκαντες
<< σύμφορον
συνενέγκαντες

συνενέγκαντες (synenenkantes) — 1 Occurrence

Acts 19:19 V-APA-NMP
BIB: περίεργα πραξάντων συνενέγκαντες τὰς βίβλους
NAS: magic brought their books
KJV: their books together, and burned them
INT: magic arts had practiced having brought the books


Strong's Greek 4851
17 Occurrences


συμφέρει — 10 Occ.
συμφέρον — 3 Occ.
συμφερόντων — 1 Occ.
σύμφορον — 2 Occ.
συνενέγκαντες — 1 Occ.

συμπολῖται — 1 Occ.
συμπορεύονται — 1 Occ.
συνεπορεύετο — 1 Occ.
συνεπορεύοντο — 2 Occ.
συμπόσια — 2 Occ.
συμπρεσβύτερος — 1 Occ.
συμφέρει — 10 Occ.
συμφέρον — 3 Occ.
συμφερόντων — 1 Occ.
σύμφορον — 2 Occ.
σύμφημι — 1 Occ.
συμφυλετῶν — 1 Occ.
σύμφυτοι — 1 Occ.
συμφυεῖσαι — 1 Occ.
συμφωνήσας — 1 Occ.
συμφωνήσει — 1 Occ.
συμφωνήσωσιν — 1 Occ.
συμφωνοῦσιν — 1 Occ.
συνεφώνησάς — 1 Occ.
συνεφωνήθη — 1 Occ.


<< σύμφορον
συνενέγκαντες

Englishman's Greek Concordance