συνεφωνήθη
<< συνεφώνησάς
συνεφωνήθη

συνεφωνήθη (synephōnēthē) — 1 Occurrence

Acts 5:9 V-AIP-3S
BIB: Τί ὅτι συνεφωνήθη ὑμῖν πειράσαι
NAS: [said] to her, Why is it that you have agreed together to put
KJV: ye have agreed together to tempt
INT: Why [is it] that agreed together you to test


Strong's Greek 4856
6 Occurrences


συμφωνήσας — 1 Occ.
συμφωνήσει — 1 Occ.
συμφωνήσωσιν — 1 Occ.
συμφωνοῦσιν — 1 Occ.
συνεφώνησάς — 1 Occ.
συνεφωνήθη — 1 Occ.

συνενέγκαντες — 1 Occ.
σύμφημι — 1 Occ.
συμφυλετῶν — 1 Occ.
σύμφυτοι — 1 Occ.
συμφυεῖσαι — 1 Occ.
συμφωνήσας — 1 Occ.
συμφωνήσει — 1 Occ.
συμφωνήσωσιν — 1 Occ.
συμφωνοῦσιν — 1 Occ.
συνεφώνησάς — 1 Occ.
συμφώνησις — 1 Occ.
συμφωνίας — 1 Occ.
συμφώνου — 1 Occ.
συνεψήφισαν — 1 Occ.
σύμψυχοι — 1 Occ.
σὺν — 129 Occ.
συναχθῆναι — 2 Occ.
συναχθήσονται — 2 Occ.
συνάχθητε — 1 Occ.
συναχθέντες — 1 Occ.


<< συνεφώνησάς
συνεφωνήθη

Englishman's Greek Concordance