διεφθαρμένων
<< διεφθάρησαν
διεφθαρμένων

διεφθαρμένων (diephtharmenōn) — 1 Occurrence

1 Timothy 6:5 V-RPM/P-GMP
BIB: διαπαρατριβαὶ διεφθαρμένων ἀνθρώπων τὸν
NAS: between men of depraved mind
KJV: of men of corrupt minds,
INT: constant frictions corrupted of men


Strong's Greek 1311
6 Occurrences


διαφθεῖραι — 1 Occ.
διαφθείρει — 1 Occ.
διαφθείρεται — 1 Occ.
διαφθείροντας — 1 Occ.
διεφθάρησαν — 1 Occ.
διεφθαρμένων — 1 Occ.

διεφέρετο — 1 Occ.
διαφύγῃ — 1 Occ.
διαφημίζειν — 1 Occ.
διεφήμισαν — 1 Occ.
διεφημίσθη — 1 Occ.
διαφθεῖραι — 1 Occ.
διαφθείρει — 1 Occ.
διαφθείρεται — 1 Occ.
διαφθείροντας — 1 Occ.
διεφθάρησαν — 1 Occ.
διαφθοράν — 6 Occ.
διάφορα — 1 Occ.
διαφορωτέρας — 1 Occ.
διαφορώτερον — 1 Occ.
διαφόροις — 1 Occ.
διαφυλάξαι — 1 Occ.
διαχειρίσασθαι — 1 Occ.
διεχειρίσασθε — 1 Occ.
διαχωρίζεσθαι — 1 Occ.
διδακτικόν — 2 Occ.


<< διεφθάρησαν
διεφθαρμένων

Englishman's Greek Concordance