διαχειρίσασθαι
<< διαφυλάξαι
διαχειρίσασθαι

διαχειρίσασθαι (diacheirisasthai) — 1 Occurrence

Acts 26:21 V-ANM
BIB: ἱερῷ ἐπειρῶντο διαχειρίσασθαι
NAS: and tried to put me to death.
KJV: and went about to kill [me].
INT: temple attempted to kill


Strong's Greek 1315
2 Occurrences


διαχειρίσασθαι — 1 Occ.
διεχειρίσασθε — 1 Occ.

διαφθείρεται — 1 Occ.
διαφθείροντας — 1 Occ.
διεφθάρησαν — 1 Occ.
διεφθαρμένων — 1 Occ.
διαφθοράν — 6 Occ.
διάφορα — 1 Occ.
διαφορωτέρας — 1 Occ.
διαφορώτερον — 1 Occ.
διαφόροις — 1 Occ.
διαφυλάξαι — 1 Occ.
διεχειρίσασθε — 1 Occ.
διαχωρίζεσθαι — 1 Occ.
διδακτικόν — 2 Occ.
διδακτοὶ — 1 Occ.
διδακτοῖς — 2 Occ.
διδασκαλίᾳ — 11 Occ.
διδασκαλίαις — 1 Occ.
διδασκαλίαν — 3 Occ.
διδασκαλίας — 6 Occ.
Διδάσκαλε — 31 Occ.


<< διαφυλάξαι
διαχειρίσασθαι

Englishman's Greek Concordance