διαφθείρεται
<< διαφθείρει
διαφθείρεται

διαφθείρεται (diaphtheiretai) — 1 Occurrence

2 Corinthians 4:16 V-PIM/P-3S
BIB: ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται ἀλλ' ὁ
NAS: man is decaying, yet
KJV: outward man perish, yet the inward
INT: of us man is being brought to decay yet the


Strong's Greek 1311
6 Occurrences


διαφθεῖραι — 1 Occ.
διαφθείρει — 1 Occ.
διαφθείρεται — 1 Occ.
διαφθείροντας — 1 Occ.
διεφθάρησαν — 1 Occ.
διεφθαρμένων — 1 Occ.

διαφερομένων — 1 Occ.
διαφέροντα — 2 Occ.
διενέγκῃ — 1 Occ.
διεφέρετο — 1 Occ.
διαφύγῃ — 1 Occ.
διαφημίζειν — 1 Occ.
διεφήμισαν — 1 Occ.
διεφημίσθη — 1 Occ.
διαφθεῖραι — 1 Occ.
διαφθείρει — 1 Occ.
διαφθείροντας — 1 Occ.
διεφθάρησαν — 1 Occ.
διεφθαρμένων — 1 Occ.
διαφθοράν — 6 Occ.
διάφορα — 1 Occ.
διαφορωτέρας — 1 Occ.
διαφορώτερον — 1 Occ.
διαφόροις — 1 Occ.
διαφυλάξαι — 1 Occ.
διαχειρίσασθαι — 1 Occ.


<< διαφθείρει
διαφθείρεται

Englishman's Greek Concordance