διαφθείρει
<< διαφθεῖραι
διαφθείρει

διαφθείρει (diaphtheirei) — 1 Occurrence

Luke 12:33 V-PIA-3S
BIB: οὐδὲ σὴς διαφθείρει
NAS: nor moth destroys.
KJV: neither moth corrupteth.
INT: nor moth destroy


Strong's Greek 1311
6 Occurrences


διαφθεῖραι — 1 Occ.
διαφθείρει — 1 Occ.
διαφθείρεται — 1 Occ.
διαφθείροντας — 1 Occ.
διεφθάρησαν — 1 Occ.
διεφθαρμένων — 1 Occ.

διαφέρετε — 4 Occ.
διαφερομένων — 1 Occ.
διαφέροντα — 2 Occ.
διενέγκῃ — 1 Occ.
διεφέρετο — 1 Occ.
διαφύγῃ — 1 Occ.
διαφημίζειν — 1 Occ.
διεφήμισαν — 1 Occ.
διεφημίσθη — 1 Occ.
διαφθεῖραι — 1 Occ.
διαφθείρεται — 1 Occ.
διαφθείροντας — 1 Occ.
διεφθάρησαν — 1 Occ.
διεφθαρμένων — 1 Occ.
διαφθοράν — 6 Occ.
διάφορα — 1 Occ.
διαφορωτέρας — 1 Occ.
διαφορώτερον — 1 Occ.
διαφόροις — 1 Occ.
διαφυλάξαι — 1 Occ.


<< διαφθεῖραι
διαφθείρει

Englishman's Greek Concordance