διεφέρετο
<< διενέγκῃ
διεφέρετο

διεφέρετο (diephereto) — 1 Occurrence

Acts 13:49 V-IIM/P-3S
BIB: διεφέρετο δὲ ὁ
NAS: of the Lord was being spread through
KJV: of the Lord was published throughout
INT: was carried moreover the


Strong's Greek 1308
13 Occurrences


διαφέρει — 4 Occ.
διαφέρετε — 4 Occ.
διαφερομένων — 1 Occ.
διαφέροντα — 2 Occ.
διενέγκῃ — 1 Occ.
διεφέρετο — 1 Occ.

διετρίψαμεν — 1 Occ.
διέτριψαν — 1 Occ.
διατροφὰς — 1 Occ.
διαυγάσῃ — 1 Occ.
διαυγής — 1 Occ.
διαφέρει — 4 Occ.
διαφέρετε — 4 Occ.
διαφερομένων — 1 Occ.
διαφέροντα — 2 Occ.
διενέγκῃ — 1 Occ.
διαφύγῃ — 1 Occ.
διαφημίζειν — 1 Occ.
διεφήμισαν — 1 Occ.
διεφημίσθη — 1 Occ.
διαφθεῖραι — 1 Occ.
διαφθείρει — 1 Occ.
διαφθείρεται — 1 Occ.
διαφθείροντας — 1 Occ.
διεφθάρησαν — 1 Occ.
διεφθαρμένων — 1 Occ.


<< διενέγκῃ
διεφέρετο

Englishman's Greek Concordance