διαυγάσῃ
<< διατροφὰς
διαυγάσῃ

διαυγάσῃ (diaugasē) — 1 Occurrence

2 Peter 1:19 V-ASA-3S
BIB: οὗ ἡμέρα διαυγάσῃ καὶ φωσφόρος
NAS: the day dawns and the morning star
KJV: until the day dawn, and the day star
INT: this day should dawn and [the] morning star


Strong's Greek 1306
2 Occurrences


διαυγάσῃ — 1 Occ.
διαυγής — 1 Occ.

διαθεμένου — 1 Occ.
διατίθεμαι — 1 Occ.
διέθετό — 2 Occ.
διατρίβοντες — 1 Occ.
Διατρίψας — 1 Occ.
διέτριβεν — 2 Occ.
διέτριβον — 3 Occ.
διετρίψαμεν — 1 Occ.
διέτριψαν — 1 Occ.
διατροφὰς — 1 Occ.
διαυγής — 1 Occ.
διαφέρει — 4 Occ.
διαφέρετε — 4 Occ.
διαφερομένων — 1 Occ.
διαφέροντα — 2 Occ.
διενέγκῃ — 1 Occ.
διεφέρετο — 1 Occ.
διαφύγῃ — 1 Occ.
διαφημίζειν — 1 Occ.
διεφήμισαν — 1 Occ.


<< διατροφὰς
διαυγάσῃ

Englishman's Greek Concordance