διατίθεμαι
<< διαθεμένου
διατίθεμαι

διατίθεμαι (diatithemai) — 1 Occurrence

Luke 22:29 V-PIM-1S
BIB: κἀγὼ διατίθεμαι ὑμῖν καθὼς
NAS: has granted Me a kingdom,
KJV: And I appoint unto you a kingdom,
INT: And I appoint to you as


Strong's Greek 1303
7 Occurrences


διαθήσομαι — 2 Occ.
διαθέμενος — 1 Occ.
διαθεμένου — 1 Occ.
διατίθεμαι — 1 Occ.
διέθετό — 2 Occ.

διέταξα — 1 Occ.
διεταξάμην — 1 Occ.
διετάξατο — 1 Occ.
διέταξεν — 2 Occ.
διατελεῖτε — 1 Occ.
διατηροῦντες — 1 Occ.
διετήρει — 1 Occ.
διαθήσομαι — 2 Occ.
διαθέμενος — 1 Occ.
διαθεμένου — 1 Occ.
διέθετό — 2 Occ.
διατρίβοντες — 1 Occ.
Διατρίψας — 1 Occ.
διέτριβεν — 2 Occ.
διέτριβον — 3 Occ.
διετρίψαμεν — 1 Occ.
διέτριψαν — 1 Occ.
διατροφὰς — 1 Occ.
διαυγάσῃ — 1 Occ.
διαυγής — 1 Occ.


<< διαθεμένου
διατίθεμαι

Englishman's Greek Concordance