διέταξεν
<< διετάξατο
διέταξεν

διέταξεν (dietaxen) — 2 Occurrences

Luke 8:55 V-AIA-3S
BIB: παραχρῆμα καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι
NAS: up immediately; and He gave orders for [something] to be given
KJV: and he commanded to give
INT: immediately and he directed [that] to her [something] should be given

1 Corinthians 9:14 V-AIA-3S
BIB: ὁ κύριος διέταξεν τοῖς τὸ
NAS: the Lord directed those
KJV: the Lord ordained that they which preach
INT: the Lord did order to those the


Strong's Greek 1299
16 Occurrences


διαταχθέντα — 2 Occ.
διαταγεὶς — 1 Occ.
διατάσσων — 1 Occ.
διατάσσομαι — 1 Occ.
διαταξάμενος — 1 Occ.
διατάξομαι — 1 Occ.
διατεταχέναι — 1 Occ.
διατεταγμένον — 2 Occ.
διατεταγμένος — 1 Occ.
διέταξα — 1 Occ.
διεταξάμην — 1 Occ.
διετάξατο — 1 Occ.
διέταξεν — 2 Occ.

διατάσσων — 1 Occ.
διατάσσομαι — 1 Occ.
διαταξάμενος — 1 Occ.
διατάξομαι — 1 Occ.
διατεταχέναι — 1 Occ.
διατεταγμένον — 2 Occ.
διατεταγμένος — 1 Occ.
διέταξα — 1 Occ.
διεταξάμην — 1 Occ.
διετάξατο — 1 Occ.
διατελεῖτε — 1 Occ.
διατηροῦντες — 1 Occ.
διετήρει — 1 Occ.
διαθήσομαι — 2 Occ.
διαθέμενος — 1 Occ.
διαθεμένου — 1 Occ.
διατίθεμαι — 1 Occ.
διέθετό — 2 Occ.
διατρίβοντες — 1 Occ.
Διατρίψας — 1 Occ.


<< διετάξατο
διέταξεν

Englishman's Greek Concordance