διατάξομαι
<< διαταξάμενος
διατάξομαι

διατάξομαι (diataxomai) — 1 Occurrence

1 Corinthians 11:34 V-FIM-1S
BIB: ἂν ἔλθω διατάξομαι
NAS: The remaining matters I will arrange when
KJV: the rest will I set in order when
INT: anyhow I might come I will set in order


Strong's Greek 1299
16 Occurrences


διαταχθέντα — 2 Occ.
διαταγεὶς — 1 Occ.
διατάσσων — 1 Occ.
διατάσσομαι — 1 Occ.
διαταξάμενος — 1 Occ.
διατάξομαι — 1 Occ.
διατεταχέναι — 1 Occ.
διατεταγμένον — 2 Occ.
διατεταγμένος — 1 Occ.
διέταξα — 1 Occ.
διεταξάμην — 1 Occ.
διετάξατο — 1 Occ.
διέταξεν — 2 Occ.

διεσώθησαν — 2 Occ.
διαταγὰς — 1 Occ.
διαταγῇ — 1 Occ.
διάταγμα — 1 Occ.
διεταράχθη — 1 Occ.
διαταχθέντα — 2 Occ.
διαταγεὶς — 1 Occ.
διατάσσων — 1 Occ.
διατάσσομαι — 1 Occ.
διαταξάμενος — 1 Occ.
διατεταχέναι — 1 Occ.
διατεταγμένον — 2 Occ.
διατεταγμένος — 1 Occ.
διέταξα — 1 Occ.
διεταξάμην — 1 Occ.
διετάξατο — 1 Occ.
διέταξεν — 2 Occ.
διατελεῖτε — 1 Occ.
διατηροῦντες — 1 Occ.
διετήρει — 1 Occ.


<< διαταξάμενος
διατάξομαι

Englishman's Greek Concordance