διάταγμα
<< διαταγῇ
διάταγμα

διάταγμα (diatagma) — 1 Occurrence

Hebrews 11:23 N-ANS
BIB: ἐφοβήθησαν τὸ διάταγμα τοῦ βασιλέως
NAS: of the king's edict.
KJV: afraid of the king's commandment.
INT: did fear the edict of the king


Strong's Greek 1297
1 Occurrence


διάταγμα — 1 Occ.

διεστραμμένης — 1 Occ.
διασῶσαι — 1 Occ.
διασώσῃ — 1 Occ.
διασώσωσι — 1 Occ.
διασωθῆναι — 1 Occ.
διασωθέντα — 1 Occ.
διασωθέντες — 1 Occ.
διεσώθησαν — 2 Occ.
διαταγὰς — 1 Occ.
διαταγῇ — 1 Occ.
διεταράχθη — 1 Occ.
διαταχθέντα — 2 Occ.
διαταγεὶς — 1 Occ.
διατάσσων — 1 Occ.
διατάσσομαι — 1 Occ.
διαταξάμενος — 1 Occ.
διατάξομαι — 1 Occ.
διατεταχέναι — 1 Occ.
διατεταγμένον — 2 Occ.
διατεταγμένος — 1 Occ.


<< διαταγῇ
διάταγμα

Englishman's Greek Concordance