διεστραμμένης
<< διεστραμμένη
διεστραμμένης

διεστραμμένης (diestrammenēs) — 1 Occurrence

Philippians 2:15 V-RPM/P-GFS
BIB: σκολιᾶς καὶ διεστραμμένης ἐν οἷς
NAS: of a crooked and perverse generation,
KJV: and perverse nation,
INT: crooked and perverted among whom


Strong's Greek 1294
7 Occurrences


διαστρέφων — 1 Occ.
διαστρέφοντα — 1 Occ.
διαστρέψαι — 1 Occ.
διεστραμμένα — 1 Occ.
διεστραμμένη — 2 Occ.
διεστραμμένης — 1 Occ.

διεστείλατο — 4 Occ.
διεστέλλετο — 2 Occ.
διάστημα — 1 Occ.
διαστολή — 2 Occ.
διαστολὴν — 1 Occ.
διαστρέφων — 1 Occ.
διαστρέφοντα — 1 Occ.
διαστρέψαι — 1 Occ.
διεστραμμένα — 1 Occ.
διεστραμμένη — 2 Occ.
διασῶσαι — 1 Occ.
διασώσῃ — 1 Occ.
διασώσωσι — 1 Occ.
διασωθῆναι — 1 Occ.
διασωθέντα — 1 Occ.
διασωθέντες — 1 Occ.
διεσώθησαν — 2 Occ.
διαταγὰς — 1 Occ.
διαταγῇ — 1 Occ.
διάταγμα — 1 Occ.


<< διεστραμμένη
διεστραμμένης

Englishman's Greek Concordance