διεστραμμένη
<< διεστραμμένα
διεστραμμένη

διεστραμμένη (diestrammenē) — 2 Occurrences

Matthew 17:17 V-RPM/P-NFS
BIB: ἄπιστος καὶ διεστραμμένη ἕως πότε
NAS: You unbelieving and perverted generation,
KJV: and perverse generation,
INT: unbelieving and perverted how long when

Luke 9:41 V-RPM/P-NFS
BIB: ἄπιστος καὶ διεστραμμένη ἕως πότε
NAS: You unbelieving and perverted generation,
KJV: faithless and perverse generation, how
INT: unbelieving and perverted until when


Strong's Greek 1294
7 Occurrences


διαστρέφων — 1 Occ.
διαστρέφοντα — 1 Occ.
διαστρέψαι — 1 Occ.
διεστραμμένα — 1 Occ.
διεστραμμένη — 2 Occ.
διεστραμμένης — 1 Occ.

διεστειλάμεθα — 1 Occ.
διεστείλατο — 4 Occ.
διεστέλλετο — 2 Occ.
διάστημα — 1 Occ.
διαστολή — 2 Occ.
διαστολὴν — 1 Occ.
διαστρέφων — 1 Occ.
διαστρέφοντα — 1 Occ.
διαστρέψαι — 1 Occ.
διεστραμμένα — 1 Occ.
διεστραμμένης — 1 Occ.
διασῶσαι — 1 Occ.
διασώσῃ — 1 Occ.
διασώσωσι — 1 Occ.
διασωθῆναι — 1 Occ.
διασωθέντα — 1 Occ.
διασωθέντες — 1 Occ.
διεσώθησαν — 2 Occ.
διαταγὰς — 1 Occ.
διαταγῇ — 1 Occ.


<< διεστραμμένα
διεστραμμένη

Englishman's Greek Concordance