διεστειλάμεθα
<< διαστελλόμενον
διεστειλάμεθα

διεστειλάμεθα (diesteilametha) — 1 Occurrence

Acts 15:24 V-AIM-1P
BIB: οἷς οὐ διεστειλάμεθα
NAS: to whom we gave no
KJV: we gave no [such] commandment:
INT: to whom not we gave [such] command


Strong's Greek 1291
8 Occurrences


διαστελλόμενον — 1 Occ.
διεστειλάμεθα — 1 Occ.
διεστείλατο — 4 Occ.
διεστέλλετο — 2 Occ.

διεσκορπισμένα — 1 Occ.
διεσκορπίσθησαν — 1 Occ.
διασπασθῇ — 1 Occ.
διεσπάσθαι — 1 Occ.
διασπαρέντες — 2 Occ.
διεσπάρησαν — 1 Occ.
διασπορᾷ — 1 Occ.
διασπορὰν — 1 Occ.
διασπορᾶς — 1 Occ.
διαστελλόμενον — 1 Occ.
διεστείλατο — 4 Occ.
διεστέλλετο — 2 Occ.
διάστημα — 1 Occ.
διαστολή — 2 Occ.
διαστολὴν — 1 Occ.
διαστρέφων — 1 Occ.
διαστρέφοντα — 1 Occ.
διαστρέψαι — 1 Occ.
διεστραμμένα — 1 Occ.
διεστραμμένη — 2 Occ.


<< διαστελλόμενον
διεστειλάμεθα

Englishman's Greek Concordance