διαστελλόμενον
<< διασπορᾶς
διαστελλόμενον

διαστελλόμενον (diastellomenon) — 1 Occurrence

Hebrews 12:20 V-PPM/P-ANS
BIB: γὰρ τὸ διαστελλόμενον Κἂν θηρίον
NAS: For they could not bear the command, IF EVEN
KJV: endure that which was commanded, And if so much as
INT: indeed that [which] was commanded And if a beast


Strong's Greek 1291
8 Occurrences


διαστελλόμενον — 1 Occ.
διεστειλάμεθα — 1 Occ.
διεστείλατο — 4 Occ.
διεστέλλετο — 2 Occ.

διεσκόρπισεν — 2 Occ.
διεσκορπισμένα — 1 Occ.
διεσκορπίσθησαν — 1 Occ.
διασπασθῇ — 1 Occ.
διεσπάσθαι — 1 Occ.
διασπαρέντες — 2 Occ.
διεσπάρησαν — 1 Occ.
διασπορᾷ — 1 Occ.
διασπορὰν — 1 Occ.
διασπορᾶς — 1 Occ.
διεστειλάμεθα — 1 Occ.
διεστείλατο — 4 Occ.
διεστέλλετο — 2 Occ.
διάστημα — 1 Occ.
διαστολή — 2 Occ.
διαστολὴν — 1 Occ.
διαστρέφων — 1 Occ.
διαστρέφοντα — 1 Occ.
διαστρέψαι — 1 Occ.
διεστραμμένα — 1 Occ.


<< διασπορᾶς
διαστελλόμενον

Englishman's Greek Concordance