διεσπάρησαν
<< διασπαρέντες
διεσπάρησαν

διεσπάρησαν (diesparēsan) — 1 Occurrence

Acts 8:1 V-AIP-3P
BIB: πάντες δὲ διεσπάρησαν κατὰ τὰς
NAS: and they were all scattered throughout
KJV: all scattered abroad throughout
INT: all moreover were scattered throughout the


Strong's Greek 1289
3 Occurrences


διασπαρέντες — 2 Occ.
διεσπάρησαν — 1 Occ.

διασκορπισθήσονται — 2 Occ.
διασκορπίζων — 1 Occ.
διεσκόρπισα — 1 Occ.
διεσκόρπισας — 1 Occ.
διεσκόρπισεν — 2 Occ.
διεσκορπισμένα — 1 Occ.
διεσκορπίσθησαν — 1 Occ.
διασπασθῇ — 1 Occ.
διεσπάσθαι — 1 Occ.
διασπαρέντες — 2 Occ.
διασπορᾷ — 1 Occ.
διασπορὰν — 1 Occ.
διασπορᾶς — 1 Occ.
διαστελλόμενον — 1 Occ.
διεστειλάμεθα — 1 Occ.
διεστείλατο — 4 Occ.
διεστέλλετο — 2 Occ.
διάστημα — 1 Occ.
διαστολή — 2 Occ.
διαστολὴν — 1 Occ.


<< διασπαρέντες
διεσπάρησαν

Englishman's Greek Concordance