διεσκόρπισεν
<< διεσκόρπισας
διεσκόρπισεν

διεσκόρπισεν (dieskorpisen) — 2 Occurrences

Luke 1:51 V-AIA-3S
BIB: βραχίονι αὐτοῦ διεσκόρπισεν ὑπερηφάνους διανοίᾳ
NAS: with His arm; He has scattered [those who were] proud
KJV: arm; he hath scattered the proud
INT: the arm of him he has scattered [the] proud in [the] thought

Luke 15:13 V-AIA-3S
BIB: καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισεν τὴν οὐσίαν
NAS: and there he squandered his estate
KJV: and there wasted his substance
INT: and there wasted the estate


Strong's Greek 1287
9 Occurrences


διασκορπισθήσονται — 2 Occ.
διασκορπίζων — 1 Occ.
διεσκόρπισα — 1 Occ.
διεσκόρπισας — 1 Occ.
διεσκόρπισεν — 2 Occ.
διεσκορπισμένα — 1 Occ.
διεσκορπίσθησαν — 1 Occ.

διαρρήξας — 1 Occ.
διερρήσσετο — 1 Occ.
διέρρηξεν — 1 Occ.
Διασάφησον — 1 Occ.
διεσάφησαν — 1 Occ.
διασείσητε — 1 Occ.
διασκορπισθήσονται — 2 Occ.
διασκορπίζων — 1 Occ.
διεσκόρπισα — 1 Occ.
διεσκόρπισας — 1 Occ.
διεσκορπισμένα — 1 Occ.
διεσκορπίσθησαν — 1 Occ.
διασπασθῇ — 1 Occ.
διεσπάσθαι — 1 Occ.
διασπαρέντες — 2 Occ.
διεσπάρησαν — 1 Occ.
διασπορᾷ — 1 Occ.
διασπορὰν — 1 Occ.
διασπορᾶς — 1 Occ.
διαστελλόμενον — 1 Occ.


<< διεσκόρπισας
διεσκόρπισεν

Englishman's Greek Concordance