διαρρήξας
<< διαρρήξαντες
διαρρήξας

διαρρήξας (diarrēxas) — 1 Occurrence

Mark 14:63 V-APA-NMS
BIB: δὲ ἀρχιερεὺς διαρρήξας τοὺς χιτῶνας
NAS: Tearing his clothes, the high priest
KJV: Then the high priest rent his clothes,
INT: moreover [the] high priest having torn the garments


Strong's Greek 1284
5 Occurrences


διαρρήσσων — 1 Occ.
διαρρήξαντες — 1 Occ.
διαρρήξας — 1 Occ.
διερρήσσετο — 1 Occ.
διέρρηξεν — 1 Occ.

διεπορεύετο — 1 Occ.
διεπορεύοντο — 1 Occ.
διηπόρει — 2 Occ.
διηπόρουν — 2 Occ.
διεπραγματεύσαντο — 1 Occ.
διεπρίοντο — 2 Occ.
διαρπάσαι — 1 Occ.
διαρπάσει — 2 Occ.
διαρρήσσων — 1 Occ.
διαρρήξαντες — 1 Occ.
διερρήσσετο — 1 Occ.
διέρρηξεν — 1 Occ.
Διασάφησον — 1 Occ.
διεσάφησαν — 1 Occ.
διασείσητε — 1 Occ.
διασκορπισθήσονται — 2 Occ.
διασκορπίζων — 1 Occ.
διεσκόρπισα — 1 Occ.
διεσκόρπισας — 1 Occ.
διεσκόρπισεν — 2 Occ.


<< διαρρήξαντες
διαρρήξας

Englishman's Greek Concordance