διεπρίοντο
<< διεπραγματεύσαντο
διεπρίοντο

διεπρίοντο (dieprionto) — 2 Occurrences

Acts 5:33 V-IIM/P-3P
BIB: δὲ ἀκούσαντες διεπρίοντο καὶ ἐβούλοντο
NAS: But when they heard this, they were cut to the quick and intended
KJV: they heard [that], they were cut [to the heart], and
INT: and having heard they were cut [to the heart] and intended

Acts 7:54 V-IIM/P-3P
BIB: δὲ ταῦτα διεπρίοντο ταῖς καρδίαις
NAS: this, they were cut to the quick,
KJV: these things, they were cut to the heart,
INT: moreover these things they were cut in the quick


Strong's Greek 1282
2 Occurrences


διεπρίοντο — 2 Occ.

διαπονηθεὶς — 1 Occ.
διαπονούμενοι — 1 Occ.
διαπορεύεσθαι — 1 Occ.
διαπορευόμενος — 1 Occ.
διαπορευομένου — 1 Occ.
διεπορεύετο — 1 Occ.
διεπορεύοντο — 1 Occ.
διηπόρει — 2 Occ.
διηπόρουν — 2 Occ.
διεπραγματεύσαντο — 1 Occ.
διαρπάσαι — 1 Occ.
διαρπάσει — 2 Occ.
διαρρήσσων — 1 Occ.
διαρρήξαντες — 1 Occ.
διαρρήξας — 1 Occ.
διερρήσσετο — 1 Occ.
διέρρηξεν — 1 Occ.
Διασάφησον — 1 Occ.
διεσάφησαν — 1 Occ.
διασείσητε — 1 Occ.


<< διεπραγματεύσαντο
διεπρίοντο

Englishman's Greek Concordance