διεπορεύετο
<< διαπορευομένου
διεπορεύετο

διεπορεύετο (dieporeueto) — 1 Occurrence

Luke 13:22 V-IIM/P-3S
BIB: Καὶ διεπορεύετο κατὰ πόλεις
NAS: And He was passing through from one city
KJV: And he went through the cities
INT: And he went through by towns


Strong's Greek 1279
5 Occurrences


διαπορεύεσθαι — 1 Occ.
διαπορευόμενος — 1 Occ.
διαπορευομένου — 1 Occ.
διεπορεύετο — 1 Occ.
διεπορεύοντο — 1 Occ.

διαπεράσαντος — 1 Occ.
διαπερῶν — 1 Occ.
διαπερῶσιν — 1 Occ.
διεπέρασεν — 1 Occ.
διαπλεύσαντες — 1 Occ.
διαπονηθεὶς — 1 Occ.
διαπονούμενοι — 1 Occ.
διαπορεύεσθαι — 1 Occ.
διαπορευόμενος — 1 Occ.
διαπορευομένου — 1 Occ.
διεπορεύοντο — 1 Occ.
διηπόρει — 2 Occ.
διηπόρουν — 2 Occ.
διεπραγματεύσαντο — 1 Occ.
διεπρίοντο — 2 Occ.
διαρπάσαι — 1 Occ.
διαρπάσει — 2 Occ.
διαρρήσσων — 1 Occ.
διαρρήξαντες — 1 Occ.
διαρρήξας — 1 Occ.


<< διαπορευομένου
διεπορεύετο

Englishman's Greek Concordance