διαπεράσαντος
<< διαπεράσαντες
διαπεράσαντος

διαπεράσαντος (diaperasantos) — 1 Occurrence

Mark 5:21 V-APA-GMS
BIB: Καὶ διαπεράσαντος τοῦ Ἰησοῦ
NAS: When Jesus had crossed over again
KJV: when Jesus was passed over again
INT: And having passed over Jesus


Strong's Greek 1276
6 Occurrences


διαπεράσαντες — 2 Occ.
διαπεράσαντος — 1 Occ.
διαπερῶν — 1 Occ.
διαπερῶσιν — 1 Occ.
διεπέρασεν — 1 Occ.

Διανοίχθητι — 1 Occ.
διανοίγων — 1 Occ.
διανοῖγον — 1 Occ.
διηνοίχθησαν — 1 Occ.
διήνοιγεν — 1 Occ.
διηνοιγμένους — 1 Occ.
διήνοιξεν — 2 Occ.
διανυκτερεύων — 1 Occ.
διανύσαντες — 1 Occ.
διαπεράσαντες — 2 Occ.
διαπερῶν — 1 Occ.
διαπερῶσιν — 1 Occ.
διεπέρασεν — 1 Occ.
διαπλεύσαντες — 1 Occ.
διαπονηθεὶς — 1 Occ.
διαπονούμενοι — 1 Occ.
διαπορεύεσθαι — 1 Occ.
διαπορευόμενος — 1 Occ.
διαπορευομένου — 1 Occ.
διεπορεύετο — 1 Occ.


<< διαπεράσαντες
διαπεράσαντος

Englishman's Greek Concordance