διαπερῶν
<< διαπεράσαντος
διαπερῶν

διαπερῶν (diaperōn) — 1 Occurrence

Acts 21:2 V-PPA-ANS
BIB: εὑρόντες πλοῖον διαπερῶν εἰς Φοινίκην
NAS: a ship crossing over to Phoenicia,
KJV: a ship sailing over unto
INT: having found a boat passing over into Phoenicia


Strong's Greek 1276
6 Occurrences


διαπεράσαντες — 2 Occ.
διαπεράσαντος — 1 Occ.
διαπερῶν — 1 Occ.
διαπερῶσιν — 1 Occ.
διεπέρασεν — 1 Occ.

διανοίγων — 1 Occ.
διανοῖγον — 1 Occ.
διηνοίχθησαν — 1 Occ.
διήνοιγεν — 1 Occ.
διηνοιγμένους — 1 Occ.
διήνοιξεν — 2 Occ.
διανυκτερεύων — 1 Occ.
διανύσαντες — 1 Occ.
διαπεράσαντες — 2 Occ.
διαπεράσαντος — 1 Occ.
διαπερῶσιν — 1 Occ.
διεπέρασεν — 1 Occ.
διαπλεύσαντες — 1 Occ.
διαπονηθεὶς — 1 Occ.
διαπονούμενοι — 1 Occ.
διαπορεύεσθαι — 1 Occ.
διαπορευόμενος — 1 Occ.
διαπορευομένου — 1 Occ.
διεπορεύετο — 1 Occ.
διεπορεύοντο — 1 Occ.


<< διαπεράσαντος
διαπερῶν

Englishman's Greek Concordance