διανύσαντες
<< διανυκτερεύων
διανύσαντες

διανύσαντες (dianysantes) — 1 Occurrence

Acts 21:7 V-APA-NMP
BIB: τὸν πλοῦν διανύσαντες ἀπὸ Τύρου
NAS: When we had finished the voyage
KJV: when we had finished [our] course
INT: the voyage having completed from Tyre


Strong's Greek 1274
1 Occurrence


διανύσαντες — 1 Occ.

διανοίας — 2 Occ.
διανοιῶν — 1 Occ.
Διανοίχθητι — 1 Occ.
διανοίγων — 1 Occ.
διανοῖγον — 1 Occ.
διηνοίχθησαν — 1 Occ.
διήνοιγεν — 1 Occ.
διηνοιγμένους — 1 Occ.
διήνοιξεν — 2 Occ.
διανυκτερεύων — 1 Occ.
διαπεράσαντες — 2 Occ.
διαπεράσαντος — 1 Occ.
διαπερῶν — 1 Occ.
διαπερῶσιν — 1 Occ.
διεπέρασεν — 1 Occ.
διαπλεύσαντες — 1 Occ.
διαπονηθεὶς — 1 Occ.
διαπονούμενοι — 1 Occ.
διαπορεύεσθαι — 1 Occ.
διαπορευόμενος — 1 Occ.


<< διανυκτερεύων
διανύσαντες

Englishman's Greek Concordance