διαπονούμενοι
<< διαπονηθεὶς
διαπονούμενοι

διαπονούμενοι (diaponoumenoi) — 1 Occurrence

Acts 4:2 V-PPM/P-NMP
BIB: διαπονούμενοι διὰ τὸ
NAS: being greatly disturbed because
KJV: Being grieved that they
INT: being distressed because


Strong's Greek 1278
2 Occurrences


διαπονηθεὶς — 1 Occ.
διαπονούμενοι — 1 Occ.

διήνοιξεν — 2 Occ.
διανυκτερεύων — 1 Occ.
διανύσαντες — 1 Occ.
διαπεράσαντες — 2 Occ.
διαπεράσαντος — 1 Occ.
διαπερῶν — 1 Occ.
διαπερῶσιν — 1 Occ.
διεπέρασεν — 1 Occ.
διαπλεύσαντες — 1 Occ.
διαπονηθεὶς — 1 Occ.
διαπορεύεσθαι — 1 Occ.
διαπορευόμενος — 1 Occ.
διαπορευομένου — 1 Occ.
διεπορεύετο — 1 Occ.
διεπορεύοντο — 1 Occ.
διηπόρει — 2 Occ.
διηπόρουν — 2 Occ.
διεπραγματεύσαντο — 1 Occ.
διεπρίοντο — 2 Occ.
διαρπάσαι — 1 Occ.


<< διαπονηθεὶς
διαπονούμενοι

Englishman's Greek Concordance