διεπραγματεύσαντο
<< διηπόρουν
διεπραγματεύσαντο

διεπραγματεύσαντο (diepragmateusanto) — 1 Occurrence

Luke 19:15 V-AIM-3P
BIB: γνοῖ τί διεπραγματεύσαντο
NAS: what business they had done.
KJV: every man had gained by trading.
INT: he might know what each had gained by trading


Strong's Greek 1281
1 Occurrence


διεπραγματεύσαντο — 1 Occ.

διαπλεύσαντες — 1 Occ.
διαπονηθεὶς — 1 Occ.
διαπονούμενοι — 1 Occ.
διαπορεύεσθαι — 1 Occ.
διαπορευόμενος — 1 Occ.
διαπορευομένου — 1 Occ.
διεπορεύετο — 1 Occ.
διεπορεύοντο — 1 Occ.
διηπόρει — 2 Occ.
διηπόρουν — 2 Occ.
διεπρίοντο — 2 Occ.
διαρπάσαι — 1 Occ.
διαρπάσει — 2 Occ.
διαρρήσσων — 1 Occ.
διαρρήξαντες — 1 Occ.
διαρρήξας — 1 Occ.
διερρήσσετο — 1 Occ.
διέρρηξεν — 1 Occ.
Διασάφησον — 1 Occ.
διεσάφησαν — 1 Occ.


<< διηπόρουν
διεπραγματεύσαντο

Englishman's Greek Concordance