διαρρήξαντες
<< διαρρήσσων
διαρρήξαντες

διαρρήξαντες (diarrēxantes) — 1 Occurrence

Acts 14:14 V-APA-NMP
BIB: καὶ Παῦλος διαρρήξαντες τὰ ἱμάτια
NAS: heard of it, they tore their robes
KJV: heard [of], they rent their
INT: and Paul having torn the garments


Strong's Greek 1284
5 Occurrences


διαρρήσσων — 1 Occ.
διαρρήξαντες — 1 Occ.
διαρρήξας — 1 Occ.
διερρήσσετο — 1 Occ.
διέρρηξεν — 1 Occ.

διαπορευομένου — 1 Occ.
διεπορεύετο — 1 Occ.
διεπορεύοντο — 1 Occ.
διηπόρει — 2 Occ.
διηπόρουν — 2 Occ.
διεπραγματεύσαντο — 1 Occ.
διεπρίοντο — 2 Occ.
διαρπάσαι — 1 Occ.
διαρπάσει — 2 Occ.
διαρρήσσων — 1 Occ.
διαρρήξας — 1 Occ.
διερρήσσετο — 1 Occ.
διέρρηξεν — 1 Occ.
Διασάφησον — 1 Occ.
διεσάφησαν — 1 Occ.
διασείσητε — 1 Occ.
διασκορπισθήσονται — 2 Occ.
διασκορπίζων — 1 Occ.
διεσκόρπισα — 1 Occ.
διεσκόρπισας — 1 Occ.


<< διαρρήσσων
διαρρήξαντες

Englishman's Greek Concordance